quiff
quiff
kwɪf
κουιφ
/kwˈɪf/

Ορισμός και σημασία του "quiff"στα αγγλικά

01

μια τούφα, ένα χτένισμα με το μπροστινό μέρος ψηλότερο

a man's hairstyle in which the front part is pushed upward and higher than the rest
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quiffs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store