Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to quiet down
01
ησυχάζω, σιωπώ
to become silent or less noisy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
quiet
ενεστώτας
quiet down
γ΄ ενικό πρόσωπο
quiets down
ενεστώτα μετοχή
quieting down
απλός αόριστος
quieted down
παθητική μετοχή
quieted down
Παραδείγματα
The children were asked to quiet down during the school assembly.
Ζητήθηκε από τα παιδιά να ησυχάσουν κατά τη διάρκεια της σχολικής συγκέντρωσης.
02
ηρεμώ, κάνω να σωπάσει
to make someone or something become quiet
Παραδείγματα
He tried to quiet the barking dog down by giving it a treat.
Προσπάθησε να ηρεμήσει το σκυλί που γάβγιζε δίνοντάς του ένα λιχουδιά.



























