quick temper
quick
ˈkwɪk
kvik
tem
tɛm
tem
per

Ορισμός και σημασία του "quick temper"στα αγγλικά

01

ευέξαπτος, οξύθυμος

a tendency to quickly lose one's temper 
quick temper definition and meaning
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quick tempers
Παραδείγματα
He has a quick temper, so be careful how you bring up the problem. 

Είναι ευέξαπτος, οπότε πρόσεχε πώς θα του θέσεις το πρόβλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store