Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quartet
01
κουαρτέτο, ομάδα τεσσάρων μουσικών ή τραγουδιστών
a group consisting of four musicians or singers performing together
02
κουαρτέτο, τέσσερα
the cardinal number that is the sum of three and one
03
κουαρτέτο, σύνολο τεσσάρων μουσικών
a musical piece written for four singers or instruments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quartets
Παραδείγματα
The piano quartet was the highlight of the evening's performance.
Το πιανιστικό κουαρτέτο ήταν το αποκορύφωμα της βραδινής παράστασης.
04
κουαρτέτο, τετράδα
four people considered as a unit
05
κουαρτέτο, τετράδα
a set of four similar things considered as a unit



























