Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quarterfinal
01
προημιτελικός, τελευταίος προημιτελικός
a round or stage of a tournament, where the number of participants is reduced to eight
Παραδείγματα
Fans packed the stadium to watch the quarterfinals of the soccer championship.
Οι φίλαθλος γέμισαν το στάδιο για να παρακολουθήσουν τα προημιτελικά του πρωταθλήματος ποδοσφαίρου.
Λεξικό Δέντρο
quarterfinal
quarter
final



























