quarterfinal
quar
ˈkwɔ:
kvaw
ter
fi
ˌfaɪ
fai
nal
nəl
nēl

Ορισμός και σημασία του "quarterfinal"στα αγγλικά

01

προημιτελικός, τελευταίος προημιτελικός

a round or stage of a tournament, where the number of participants is reduced to eight 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
quarterfinals
Παραδείγματα
They advanced to the quarterfinals after winning their preliminary matches. 

Προχώρησαν στα προημιτελικά μετά τη νίκη στους προκαταρκτικούς αγώνες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store