Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quarterback
01
κουόρτερμπακ, παγκόσμιος
(football) the person who plays quarterback
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quarterbacks
02
ποδοσφαιριστής επίθεσης, quarterback
(American football) a position that leads the offense, responsible for calling plays, handling the snap, passing the ball
Παραδείγματα
Playing the quarterback effectively can significantly impact the team's performance.
Το να παίζεις ως κουόρτερμπακ αποτελεσματικά μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την απόδοση της ομάδας.
to quarterback
01
παίζω ως κουόρτερμπακ, είμαι κουόρτερμπακ
play the quarterback
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quarterback
γ΄ ενικό πρόσωπο
quarterbacks
ενεστώτα μετοχή
quarterbacking
απλός αόριστος
quarterbacked
παθητική μετοχή
quarterbacked



























