quarrelsome
qua
ˈkwɒ
kvo
rrel
rəl
rēl
some
sʌm
sam

Ορισμός και σημασία του "quarrelsome"στα αγγλικά

quarrelsome
01

φιλόνικος, διάφορος

arguing a lot 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most quarrelsome
συγκριτικός βαθμός
more quarrelsome
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, personality, interaction

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

quarrelsomeness
quarrelsome
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store