quantum
quan
ˈkwɒn
kvon
tum
təm
tēm
quanta

Ορισμός και σημασία του "quantum"στα αγγλικά

01

κβάντο, η μικρότερη δυνατή ποσότητα που δεν μπορεί να διαιρεθεί περαιτέρω

the smallest possible amount of a particular quantity that cannot be divided any further 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quanta
Παραδείγματα
The behavior of subatomic particles is governed by the principles of quantum mechanics. 

Η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων διέπεται από τις αρχές της κβαντικής μηχανικής.

02

κβάντο, μερίδιο

a discrete or fixed amount of something, analogous to a quantum in physics 
Παραδείγματα
Each employee received a quantum of compensation for the extra work. 

Κάθε εργαζόμενος έλαβε ένα κβάντο αποζημίωσης για την επιπλέον εργασία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store