Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to quadruple
01
τετραπλασιάζω, πολλαπλασιάζω επί τέσσερα
to multiply an amount or number by four
Transitive: to quadruple a number or amount
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quadruple
γ΄ ενικό πρόσωπο
quadruples
ενεστώτα μετοχή
quadrupling
απλός αόριστος
quadrupled
παθητική μετοχή
quadrupled
Παραδείγματα
Quadrupling the dose of medicine may lead to harmful side effects.
Ο τετραπλασιασμός της δόσης του φαρμάκου μπορεί να οδηγήσει σε επιβλαβείς παρενέργειες.
1.1
τετραπλασιάζω, πολλαπλασιάζω επί τέσσερα
to be multiplied by four
Intransitive
Παραδείγματα
The number of visitors to the park quadrupled during the summer.
Ο αριθμός των επισκεπτών του πάρκου τετραπλασιάστηκε κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Quadruple
01
τετραπλάσιο, τέσσερις φορές
a quantity that is four times as great as another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quadruples
02
τετραπλό, σύνολο τεσσάρων όμοιων πραγμάτων που θεωρούνται ως μονάδα
a set of four similar things considered as a unit
quadruple
01
τετραπλός, τέσσερις φορές
four times as great or many
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most quadruple
συγκριτικός βαθμός
more quadruple
διαβαθμίσιμο
02
τετραπλός
having four units or components
quadruple
01
τετραπλός, τέσσερις φορές
four times the quantity or extent of something
Παραδείγματα
The new dumbbells were quadruple the weight of their old ones.
Τα νέα αλτήρια ήταν τετραπλάσια σε βάρος από τα παλιά.
Λεξικό Δέντρο
quadrupling
quadruple



























