Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quackery
01
τσαρλατανισμός, ιατρική απάτη
the medical practice of someone who pretends to have medical knowledge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
quackeries
02
τσαρλατανισμός, απάτη
the dishonesty of a charlatan
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
quackery
quack



























