Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quack
01
πα πα, ήχος της πάπιας
the characteristic sound of a duck
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quacks
02
απατεώνας, αγύρτης
a person who pretends to be a doctor, professional, or skilled expert but is fraudulent
informal
offensive
Παραδείγματα
She laughed at the quack selling miracle pills.
Γέλασε με τον απατεώνα που πουλούσε θαυματουργά χάπια.
quack
01
ιατρικά μη καταρτισμένος, τσαρλατάνος
medically unqualified
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most quack
συγκριτικός βαθμός
more quack
διαβαθμίσιμο
to quack
01
κραυγάζω, κάνω το χαρακτηριστικό ήχο της πάπιας
to make the characteristic sound of a duck
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quack
γ΄ ενικό πρόσωπο
quacks
ενεστώτα μετοχή
quacking
απλός αόριστος
quacked
παθητική μετοχή
quacked
02
προσποιούμαι ότι είμαι γιατρός, εξαπατώ ως γιατρός
to pretend to be a doctor in order to deceive people
Λεξικό Δέντρο
quackery
quack



























