pyre
Pronunciation
/ˈpaɪɝ/

Ορισμός και σημασία του "pyre"στα αγγλικά

01

πυρά, στοίβα ξύλων για κρεμάτιο

a large stack of wood used for burning the body of a dead person at a funeral
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pyres
Παραδείγματα
The priest performed rituals before the pyre was lit.
Ο ιερέας πραγματοποίησε τελετές πριν ανάψει η πυρά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store