bangle
ban
ˈbæn
bān
gle
gəl
gēl
binglebungle

Ορισμός και σημασία του "bangle"στα αγγλικά

01

άκαμπτο βραχιόλι, βραχιόλι

a rigid piece of jewelry in a circular shape worn around the wrist 
bangle definition and meaning
02

φτηνό επιδεικτικό κόσμημα, επιδεικτική διακόσμηση ρούχων

cheap showy jewelry or ornament on clothing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bangles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store