Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put over
01
μεταδίδω, επικοινωνώ
to convey an idea or message effectively
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put over
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts over
ενεστώτα μετοχή
putting over
απλός αόριστος
put over
παθητική μετοχή
put over
Παραδείγματα
She has a unique ability to put her ideas over to the team.
Έχει μια μοναδική ικανότητα να μεταφέρει τις ιδέες της στην ομάδα.
02
αναβάλλω, καθυστερώ
to postpone to a later time
Παραδείγματα
The meeting was put over until next week due to scheduling conflicts.
Η συνάντηση αναβλήθηκε για την επόμενη εβδομάδα λόγω συγκρούσεων προγραμματισμού.



























