Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put over
[phrase form: put]
01
μεταδίδω, επικοινωνώ
to convey an idea or message effectively
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put over
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts over
ενεστώτα μετοχή
putting over
απλός αόριστος
put over
παθητική μετοχή
put over
Παραδείγματα
Despite her nervousness, she managed to put her proposal over convincingly.
Παρά το άγχος της, κατάφερε να περάσει την πρότασή της πειστικά.
02
αναβάλλω, καθυστερώ
to postpone to a later time
Παραδείγματα
The conference organizers had to put the keynote speech over by an hour.
Οι διοργανωτές της διάσκεψης έπρεπε να αναβάλουν την κεντρική ομιλία για μια ώρα.



























