Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put across
[phrase form: put]
01
μεταδίδω, επικοινωνώ
to present information clearly and effectively to others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
across
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put across
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts across
ενεστώτα μετοχή
putting across
απλός αόριστος
put across
παθητική μετοχή
put across
Παραδείγματα
The scientist spent years researching and was finally able to put her findings across in a journal.
Ο επιστήμονας πέρασε χρόνια ερευνώντας και τελικά κατάφερε να παρουσιάσει τα ευρήματά της σε ένα περιοδικό.
to put oneself across
01
to express one's ideas and thoughts clearly so that others can understand



























