Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put across
01
μεταδίδω, επικοινωνώ
to present information clearly and effectively to others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
across
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put across
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts across
ενεστώτα μετοχή
putting across
απλός αόριστος
put across
παθητική μετοχή
put across
Παραδείγματα
During his speech, the mayor put across the importance of community involvement.
Κατά την ομιλία του, ο δήμαρχος έδωσε τη σημασία της συμμετοχής της κοινότητας.
to put oneself across
01
to express one's ideas and thoughts clearly so that others can understand



























