Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to push on
01
συνεχίζω, προχωρώ
to persistently continue doing something or move forward
Intransitive
Transitive: to push on a task
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
push
ενεστώτας
push on
γ΄ ενικό πρόσωπο
pushes on
ενεστώτα μετοχή
pushing on
απλός αόριστος
pushed on
παθητική μετοχή
pushed on
Παραδείγματα
Feeling tired but motivated, she pushed on with her studies.
Αισθανόταν κουρασμένη αλλά με κίνητρο, συνέχισε τις σπουδές της.
02
συνεχίζω το ταξίδι, προχωρώ
to resume traveling, especially after a pause or rest
Intransitive
Transitive: to push on a journey
Παραδείγματα
After a brief lunch break by the roadside, they decided to push on to reach the city by nightfall.
Μετά από ένα σύντομο διάλειμμα για μεσημεριανό δίπλα στο δρόμο, αποφάσισαν να συνεχίσουν για να φτάσουν στην πόλη πριν από το σούρουπο.



























