Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bandwagon
01
μουσικό άρμα, άμαξα για την μπάντα
a large ornate wagon for carrying a musical band
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bandwagons
02
δημοφιλής τάση, ανεβαίνω στο τρένο
a popular trend or movement that people join mainly because it is fashionable
αργκό
Παραδείγματα
Everyone's talking about that show; it's a total bandwagon.
Όλοι μιλούν για εκείνη την εκπομπή· είναι μια απόλυτη μόδα.
Λεξικό Δέντρο
bandwagon
band
wagon



























