Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
purchasing department
/pˈɜːtʃɪsɪŋ dɪpˈɑːtmənt/
Purchasing department
01
τμήμα αγορών
a section within a company that provides the required goods and resources
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
purchasing departments



























