Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to punk
01
εξαπατώ, κάνω πλάκα
to trick or deceive someone, often as a playful prank
Transitive: to punk sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
punk
γ΄ ενικό πρόσωπο
punks
ενεστώτα μετοχή
punking
απλός αόριστος
punked
παθητική μετοχή
punked
Παραδείγματα
Be careful not to punk someone too harshly, ensuring the prank is light-hearted and enjoyable for all involved.
Προσέξτε να μην πανκάρειτε κάποιον πολύ σκληρά, διασφαλίζοντας ότι η φάρσα είναι ελαφριά και ευχάριστη για όλους τους εμπλεκόμενους.
Punk
01
άχρηστος, αδύναμος
a person worthless or weak
Offensive
Slang
Παραδείγματα
She called him a punk for ditching the team.
Τον αποκάλεσε άχρηστο επειδή εγκατέλειψε την ομάδα.
02
κακοποιός, πανκ
an aggressive and violent young criminal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
punks
03
πανκ, αντάρτης
a person who embodies the rebellious and anti-establishment ethos associated with the punk subculture
Παραδείγματα
The punk reveled in the raw energy of the mosh pit, embracing the anarchic spirit of the music.
Ο πανκ απολαμβάνει την ακατέργαστη ενέργεια του mosh pit, αγκαλιάζοντας το αναρχικό πνεύμα της μουσικής.
04
αργή φιτίλι, πυρίτιδα
substance that smolders when ignited; used to light fuses (especially fireworks)
05
πυρήνας, εύφλεκτο υλικό
material for starting a fire
punk
01
πολύ κακής ποιότητας, εύθραυστο
of very poor quality; flimsy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
punkest
συγκριτικός βαθμός
punker
διαβαθμίσιμο



























