Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to punch out
01
καταγράφω την έξοδο, καταχωρίζω την ώρα εξόδου
to manually register the time of one's departure from work by pushing a button on a machine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
punch
ενεστώτας
punch out
γ΄ ενικό πρόσωπο
punches out
ενεστώτα μετοχή
punching out
απλός αόριστος
punched out
παθητική μετοχή
punched out
Παραδείγματα
At the end of the day, employees punch out to record the time they leave work.
Στο τέλος της ημέρας, οι εργαζόμενοι καταγράφουν την έξοδό τους για να καταγράψουν την ώρα που φεύγουν από τη δουλειά.



























