Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pumice stone
01
ελαφρόπετρα, πούμιτς
a natural or synthetic abrasive tool used for exfoliating and smoothing rough or calloused skin, typically on the feet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pumice stones



























