Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pumice
01
ελαφρόπετρα, πούμιτσα
a volcanic stone that is used to rub and polish the skin in order to make it clean and smooth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pumices
to pumice
01
τρίβω με ελαφρόπετρα, ξεσκονίζω με ελαφρόπετρα
rub with pumice, in order to clean or to smoothen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pumice
γ΄ ενικό πρόσωπο
pumices
ενεστώτα μετοχή
pumicing
απλός αόριστος
pumiced
παθητική μετοχή
pumiced



























