pumice
Pronunciation
/ˈpəməs/

Ορισμός και σημασία του "pumice"στα αγγλικά

01

ελαφρόπετρα, πούμιτσα

a volcanic stone that is used to rub and polish the skin in order to make it clean and smooth
pumice definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pumices
to pumice
01

τρίβω με ελαφρόπετρα, ξεσκονίζω με ελαφρόπετρα

rub with pumice, in order to clean or to smoothen
to pumice definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pumice
γ΄ ενικό πρόσωπο
pumices
ενεστώτα μετοχή
pumicing
απλός αόριστος
pumiced
παθητική μετοχή
pumiced
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store