pulpit
pul
ˈpʊl
pool
pit
pɪt
pit

Ορισμός και σημασία του "pulpit"στα αγγλικά

01

άμβωνας, εκκλησιαστικό βήμα

a small enclosed platform with stairs in a church, on which a priest stands to preach to people 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pulpits
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store