puke
puke
pju:k
pyook
Dukenukesoukjuke

Ορισμός και σημασία του "puke"στα αγγλικά

01

σκουπίδι, αχρείος

a person regarded as disgusting, contemptible, or repulsive 
puke definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pukes
Παραδείγματα
That lying cheat is nothing but a worthless puke. 

Αυτός ο ψεύτης απατεώνας δεν είναι τίποτα άλλο από ένα άχρηστο εμετό.

02

εμετός, ξερατό

the matter ejected in vomiting 
to puke
01

κάνω εμετό, ξεραίνομαι

to forcibly expel the contents of the stomach through the mouth 
Intransitive
to puke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
puke
γ΄ ενικό πρόσωπο
pukes
ενεστώτα μετοχή
puking
απλός αόριστος
puked
παθητική μετοχή
puked
Παραδείγματα
After eating spoiled food, he had to puke to rid his body of the toxins. 

Αφού έφαγε χαλασμένο φαγητό, έπρεπε να κάνει εμετό για να απαλλαγεί από τις τοξίνες του σώματός του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store