pugnacity
pug
pʌg
pag
na
ˈnæ
ci
si
ty
ti
ti
loquacitysagacityvivacitysalacity

Ορισμός και σημασία του "pugnacity"στα αγγλικά

01

μαχητικότητα, επιθετικότητα

eagerness to start a fight or argument 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store