Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
puffed
01
φουσκωμένος, διευρυμένος
gathered for protruding fullness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most puffed
συγκριτικός βαθμός
more puffed
διαβαθμίσιμο
02
φουσκωμένος, μπουφάν
(of a garment part) gathered or inflated to create a rounded, voluminous shape
Παραδείγματα
Her dress had puffed sleeves that gave it a vintage look.
Το φόρεμά της είχε φουσκωτά μανίκια που του έδιναν μια βιντεζ εμφάνιση.
Λεξικό Δέντρο
puffed
puff



























