pubic
pu
ˈpju:
pyoo
bic
bɪk
bik
public

Ορισμός και σημασία του "pubic"στα αγγλικά

01

ηβικό, σχετικός με το ηβικό

relating to the region around the genitals, including the bones and hair 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He felt embarrassed about his pubic hair when changing in the locker room. 

Αισθάνθηκε ντροπή για τα τριχώματα της ηβικής του όταν άλλαζε ρούχα στην αποδυτήριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store