pub crawl
pub
pʌb
παμπ
crawl
krɔ:l
κρολ

Ορισμός και σημασία του "pub crawl"στα αγγλικά

01

μπαρ τουρ, παμπ κρολ

an outing where participants visit multiple pubs or bars in one session, usually drinking along the way 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pub crawls
Παραδείγματα
We went on a pub crawl downtown last night. 

Πήγαμε σε pub crawl στο κέντρο της πόλης χθες το βράδυ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store