Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pub
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pubs
Παραδείγματα
They went to the pub after work for a few drinks.
Πήγαν στο pub μετά τη δουλειά για μερικά ποτά.
02
δημόσιος διακομιστής, ανοιχτός διακομιστής
a public server in online gaming where anyone can join
αργκό
Παραδείγματα
Let's meet in the pub and start the match.
Ας συναντηθούμε στον δημόσιο διακομιστή και ας ξεκινήσουμε τον αγώνα.



























