psychopathy
psy
saɪ
σαι
cho
ˈkɑ
κα
pa
πα
thy
θi
θι
/sa‍ɪkˈə‍ʊpəθi/

Ορισμός και σημασία του "psychopathy"στα αγγλικά

01

ψυχοπάθεια, ψυχοπαθητική διαταραχή

a serious mental disorder associated with antisocial behavior, irresponsibility, and absence of empathy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store