Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
psychologically
01
ψυχολογικά, από ψυχολογική άποψη
in a way that is related to someone's mind or emotions
Παραδείγματα
The stress management program aimed to help individuals cope psychologically with life challenges.
Το πρόγραμμα διαχείρισης του στρες σκόπευε να βοηθήσει τα άτομα να αντιμετωπίσουν ψυχολογικά τις προκλήσεις της ζωής.
02
ψυχολογικά
in terms of psychology
Λεξικό Δέντρο
psychologically
psychological



























