psychologically
Pronunciation
/ˌsaɪkəˈɫɑdʒɪkɫi/

Ορισμός και σημασία του "psychologically"στα αγγλικά

psychologically
01

ψυχολογικά, από ψυχολογική άποψη

in a way that is related to someone's mind or emotions
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The stress management program aimed to help individuals cope psychologically with life challenges.
Το πρόγραμμα διαχείρισης του στρες σκόπευε να βοηθήσει τα άτομα να αντιμετωπίσουν ψυχολογικά τις προκλήσεις της ζωής.
02

ψυχολογικά

in terms of psychology
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store