psychological moment
psy
saɪ
σαι
cho
kəʊ
κεου
lo
lɒ
λο
gi
ʤɪ
τζι
cal
kəl
καλ
mo
məʊ
μεου
ment
mənt
μαντ

Ορισμός και σημασία του "psychological moment"στα αγγλικά

Psychological moment
01

ψυχολογική στιγμή, κρίσιμη στιγμή

the critical or proper time for achieving a desired effect or result 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
psychological moments
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store