prudence
pru
ˈpru:
πρου
dence
dəns
ντανσ
presenceprurienceprovence

Ορισμός και σημασία του "prudence"στα αγγλικά

01

συνεκτικότητα

the quality of being careful and avoiding risks 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

συνετότητα, προσοχή

knowing how to avoid embarrassment or distress 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

imprudence
prudence
prud
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store