Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prowler
01
εξαφανιστής, λαθραίος
someone who prowls or sneaks about; usually with unlawful intentions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prowlers



























