proton
pro
ˈprəʊ
πρεου
ton
tɒn
τον
photon

Ορισμός και σημασία του "proton"στα αγγλικά

01

πρωτόνιο

a small positively charged particle present in atoms 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
protons
Παραδείγματα
The number of protons in an atom defines its atomic number. 

Ο αριθμός των πρωτονίων σε ένα άτομο καθορίζει τον ατομικό του αριθμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

antiproton
proton
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store