protester
pro
prə
prē
tes
ˈtɛs
tes
ter

Ορισμός και σημασία του "protester"στα αγγλικά

01

διαδηλωτής, διαμαρτυρόμενος

someone who publicly shows their disagreement or opposition toward something 
protester definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
protesters
Παραδείγματα
The protester spoke passionately about the need for reform. 

Ο διαδηλωτής μίλησε με πάθος για την ανάγκη μεταρρύθμισης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store