Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Protester
01
διαδηλωτής, διαμαρτυρόμενος
someone who publicly shows their disagreement or opposition toward something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
protesters
Παραδείγματα
The protester faced challenges while trying to get their message across.
Ο διαδηλωτής αντιμετώπισε προκλήσεις ενώ προσπαθούσε να μεταφέρει το μήνυμά του.
Λεξικό Δέντρο
protester
protest



























