Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Protestantism
01
προτεσταντισμός, ο προτεσταντισμός
a branch of Christianity that separated from the Roman Catholic Church during the Reformation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Protestantism emphasizes faith and scripture.
Ο Προτεσταντισμός τονίζει την πίστη και τις γραφές.
LanGeek



























