Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prostitute
01
πόρνη, εργαζόμενη του σεξ
a woman who engages in sexual intercourse for money
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prostitutes
to prostitute
01
εκπορνεύομαι, πουλώ το σώμα μου
sell one's body; exchange sex for money
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prostitute
γ΄ ενικό πρόσωπο
prostitutes
ενεστώτα μετοχή
prostituting
απλός αόριστος
prostituted
παθητική μετοχή
prostituted



























