prostitute
pros
ˈprɒs
pros
ti
ti
tute
tju:t
tyoot

Ορισμός και σημασία του "prostitute"στα αγγλικά

01

πόρνη, εργαζόμενη του σεξ

a woman who engages in sexual intercourse for money 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
prostitutes
αρσενικό ενικό
male prostitute
θηλυκό ενικό
prostitute
neutral form
sex worker
to prostitute
01

εκπορνεύομαι, πουλώ το σώμα μου

sell one's body; exchange sex for money 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prostitute
γ΄ ενικό πρόσωπο
prostitutes
ενεστώτα μετοχή
prostituting
απλός αόριστος
prostituted
παθητική μετοχή
prostituted

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store