Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prosperity
01
ευημερία
the state of economical growth and wealth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ευημερία, πλούτος
the state of being successful, particularly by earning a lot of money
Παραδείγματα
The country's prosperity increased significantly after implementing economic reforms.
Η ευημερία της χώρας αυξήθηκε σημαντικά μετά την εφαρμογή των οικονομικών μεταρρυθμίσεων.
Λεξικό Δέντρο
prosperity
prosper



























