Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to proselytize
01
προσηλυτίζω, επιχειρώ να προσηλυτίσω
to attempt to persuade a person into accepting one's beliefs, particularly political or religious ones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
proselytize
γ΄ ενικό πρόσωπο
proselytizes
ενεστώτα μετοχή
proselytizing
απλός αόριστος
proselytized
παθητική μετοχή
proselytized
Παραδείγματα
By the time the campaign ended, he had proselytized extensively and garnered significant support.
Μέχρι να τελειώσει η καμπάνια, είχε προσηλυτίσει εκτενώς και είχε κερδίσει σημαντική υποστήριξη.
Λεξικό Δέντρο
proselytize
proselyte



























