Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ballistic capsule
01
βαλλιστική κάψουλα, διαστημόπλοιο
a craft capable of traveling in outer space; technically, a satellite around the sun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ballistic capsules



























