ballistic
ba
llis
ˈlɪs
lis
tic
tɪk
tik
balletic

Ορισμός και σημασία του "ballistic"στα αγγλικά

01

βαλλιστικός, σχετικός με την πτήση ή την κίνηση αντικειμένων που εκτοξεύονται ή πυροβολούνται

related to the flight or motion of objects that are propelled or shot, especially bullets, missiles, or projectiles 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ballistic trajectory of the missile was carefully calculated before launch. 

Η βαλλιστική τροχιά του πυραύλου υπολογίστηκε προσεκτικά πριν από την εκτόξευση.

02

έξαλλος, εκτός εαυτού από θυμό

extremely angry or enraged 
αργκό
Παραδείγματα
When he heard him lie about it, he went ballistic. 

Όταν τον άκουσε να λέει ψέματα για αυτό, έγινε έξαλλος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store