Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ballistic
01
βαλλιστικός, σχετικός με την πτήση ή την κίνηση αντικειμένων που εκτοξεύονται ή πυροβολούνται
related to the flight or motion of objects that are propelled or shot, especially bullets, missiles, or projectiles
Παραδείγματα
Ballistic missile defense systems protect against airborne threats.
Τα συστήματα άμυνας κατά βαλλιστικών πυραύλων προστατεύουν από εναέριες απειλές.
02
έξαλλος, εκτός εαυτού από θυμό
extremely angry or enraged
Παραδείγματα
He went ballistic after losing the game.
Έγινε έξαλλος αφού έχασε το παιχνίδι.
Λεξικό Δέντρο
ballistic
ballist



























