Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Profit
01
κέρδος, όφελος
the sum of money that is gained after all expenses and taxes are paid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
profits
Παραδείγματα
The company reported a significant profit for the fiscal year, reflecting efficient operations and strong sales.
Η εταιρεία ανέφερε σημαντικό κέρδος για το οικονομικό έτος, το οποίο αντανακλά αποτελεσματικές λειτουργίες και ισχυρές πωλήσεις.
02
όφελος, ωφέλεια
the beneficial or advantageous quality of something
Παραδείγματα
Exercise is for the profit of both body and mind.
Η άσκηση είναι για το όφελος του σώματος και του νου.
to profit
01
κερδίζω, ωφελούμαι
to gain money or material benefits
Intransitive: to profit | to profit from sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
profit
γ΄ ενικό πρόσωπο
profits
ενεστώτα μετοχή
profiting
απλός αόριστος
profited
παθητική μετοχή
profited
Παραδείγματα
Entrepreneurs aim to profit by creating value and meeting market demands.
Οι επιχειρηματίες στοχεύουν να κερδίσουν δημιουργώντας αξία και ικανοποιώντας τις απαιτήσεις της αγοράς.
02
ωφελούμαι, κερδίζω
to gain something positive, advantageous, or beneficial from a situation or action
Intransitive: to profit from a situation or action
Παραδείγματα
She profited from the advice of a seasoned entrepreneur when starting her business.
Επωφελήθηκε από τη συμβουλή ενός έμπειρου επιχειρηματία όταν ξεκίνησε την επιχείρησή της.
Λεξικό Δέντρο
nonprofit
profitable
profitless
profit



























