profit
Pronunciation
/ˈpɹɑfət/, /ˈpɹɑfɪt/

Ορισμός και σημασία του "profit"στα αγγλικά

01

κέρδος, όφελος

the sum of money that is gained after all expenses and taxes are paid
profit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
profits
Παραδείγματα
Without careful budgeting, it 's difficult to achieve consistent profit.
Χωρίς προσεκτικό προϋπολογισμό, είναι δύσκολο να επιτευχθεί σταθερό κέρδος.
02

όφελος, ωφέλεια

the beneficial or advantageous quality of something
Παραδείγματα
Sharing knowledge brings profit to all participants.
Η κοινή χρήση της γνώσης φέρνει κέρδος σε όλους τους συμμετέχοντες.
to profit
01

κερδίζω, ωφελούμαι

to gain money or material benefits
Intransitive: to profit | to profit from sth
to profit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
profit
γ΄ ενικό πρόσωπο
profits
ενεστώτα μετοχή
profiting
απλός αόριστος
profited
παθητική μετοχή
profited
Παραδείγματα
Over the years, entrepreneurs have successfully profited from various ventures.
Με τα χρόνια, οι επιχειρηματίες έχουν κερδίσει επιτυχώς από διάφορες επιχειρήσεις.
02

ωφελούμαι, κερδίζω

to gain something positive, advantageous, or beneficial from a situation or action
Intransitive: to profit from a situation or action
Παραδείγματα
They profited from the opportunity to collaborate with a larger company on the project.
Εωφελήθηκαν από την ευκαιρία να συνεργαστούν με μια μεγαλύτερη εταιρεία στο έργο.

Λεξικό Δέντρο

nonprofit
profitable
profitless
profit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store