Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proficiently
01
επιδέξια, με ικανότητα
in a way that shows a high level of skill, competence, or expertise in doing something
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She proficiently handled all the technical aspects of the project.
Ανέλαβε επιδέξια όλες τις τεχνικές πτυχές του έργου.
Λεξικό Δέντρο
proficiently
proficient
profici



























