Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
productively
01
παραγωγικά, αποτελεσματικά
in a manner that results in significant efficiency or accomplishment
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
She worked productively on the project, completing it well before the deadline.
Δούλεψε παραγωγικά στο έργο, ολοκληρώνοντάς το πολύ πριν από την προθεσμία.
Λεξικό Δέντρο
unproductively
productively
productive
product



























