Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
productive
01
παραγωγικός, αποτελεσματικός
producing desired results through effective and efficient use of time, resources, and effort
Παραδείγματα
Their productive collaboration resulted in a successful project.
Η παραγωγική συνεργασία τους οδήγησε σε ένα επιτυχημένο έργο.
Παραδείγματα
Economic policies should be productive of long-term stability.
Οι οικονομικές πολιτικές θα πρέπει να είναι παραγωγικές μακροπρόθεσμης σταθερότητας.
Παραδείγματα
The productive farmland helped sustain the local economy.
Οι παραγωγικές γεωργικές εκτάσεις βοήθησαν στη διατήρηση της τοπικής οικονομίας.
Παραδείγματα
The patient 's productive cough lasted for several days.
Ο παραγωγικός βήχας του ασθενούς διήρκεσε για αρκετές ημέρες.
05
παραγωγικός
used to create new words or expressions actively
Παραδείγματα
Social media slang often demonstrates how productive certain word-formation processes can be.
Η αργκό των κοινωνικών μέσων συχνά δείχνει πόσο παραγωγικές μπορούν να είναι ορισμένες διαδικασίες σχηματισμού λέξεων.
Λεξικό Δέντρο
nonproductive
productively
productiveness
productive
product



























