Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
productive
01
παραγωγικός, αποτελεσματικός
producing desired results through effective and efficient use of time, resources, and effort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most productive
συγκριτικός βαθμός
more productive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The productive meeting resulted in several innovative solutions to the problem.
Η παραγωγική συνάντηση οδήγησε σε αρκετές καινοτόμες λύσεις στο πρόβλημα.
Παραδείγματα
Hard work is often productive of success and personal growth.
Η σκληρή δουλειά είναι συχνά παραγωγική επιτυχίας και προσωπικής ανάπτυξης.
Παραδείγματα
The region's productive soil yielded abundant crops each year.
Το γόνιμο έδαφος της περιοχής παρήγαγε άφθονες σοδειές κάθε χρόνο.
Παραδείγματα
His productive cough made it hard to breathe.
Ο παραγωγικός βήχας του έκανε δύσκολη την αναπνοή.
05
παραγωγικός
used to create new words or expressions actively
Παραδείγματα
The suffix -ness is highly productive in English, forming words like kindness and happiness.
Το επίθημα -ness είναι πολύ παραγωγικό στα αγγλικά, σχηματίζοντας λέξεις όπως καλοσύνη και ευτυχία.
Λεξικό Δέντρο
nonproductive
productively
productiveness
productive
product



























