Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Probity
01
εντιμότητα, ακεραιότητα
the quality of abiding by the highest moral principles
Παραδείγματα
His probity in handling the company ’s finances earned him widespread respect.
Η εντιμότητά του στη διαχείριση των οικονομικών της εταιρείας του χάρισε ευρεία σεβασμό.



























