probity
pro
ˈproʊ
πρου
bi
μπα
ty
ti
τι
British pronunciation
/pɹˈɒbɪti/

Ορισμός και σημασία του "probity"στα αγγλικά

01

εντιμότητα, ακεραιότητα

the quality of abiding by the highest moral principles
example
Παραδείγματα
His probity in handling the company ’s finances earned him widespread respect.
Η εντιμότητά του στη διαχείριση των οικονομικών της εταιρείας του χάρισε ευρεία σεβασμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store